Orlistat: κλινική μονογραφία και οδηγός φαρμακευτικής διαχείρισης βάρους
Η αντιμετώπιση της παχυσαρκίας απαιτεί συχνά φαρμακευτική υποστήριξη παράλληλα με τις αλλαγές στον τρόπο ζωής. Η παρούσα ανάλυση εξετάζει το προφίλ της ορλιστάτης, ενός αναστολέα λιπασών που μειώνει την απορρόφηση του διατροφικού λίπους, προσφέροντας μια τεκμηριωμένη λύση για τη μακροχρόνια ρύθμιση του σωματικού βάρους.Φαρμακολογικό προφίλ και μηχανισμός δράσης
Το Orlistat αποτελεί έναν ισχυρό, ειδικό και μακράς δράσης αναστολέα των γαστρεντερικών λιπασών. Σε αντίθεση με τα χάπια αδυνατίσματος που δρουν στο κεντρικό νευρικό σύστημα για να καταστείλουν την όρεξη, η ορλιστάτη δρα τοπικά στον αυλό του στομάχου και του λεπτού εντέρου. Η θεραπευτική της δράση βασίζεται στον σχηματισμό ομοιοπολικού δεσμού με το ενεργό κέντρο των γαστρικών και παγκρεατικών λιπασών. Αυτή η διαδικασία απενεργοποιεί τα ένζυμα που είναι απαραίτητα για τη υδρόλυση των διατροφικών λιπών (τριγλυκεριδίων) σε απορροφήσιμα ελεύθερα λιπαρά οξέα και μονογλυκερίδια.Αναστολή γαστρεντερικών λιπασών και απώλεια βάρους
Μέσω της αναστολής των λιπασών, περίπου το 30% του λίπους που καταναλώνεται με την τροφή δεν πέπτεται και δεν απορροφάται από τον οργανισμό. Το άπεπτο λίπος αποβάλλεται φυσιολογικά μέσω των κοπράνων. Αυτό το θερμιδικό έλλειμμα συμβάλλει στη σταδιακή και σταθερή απώλεια βάρους. Κλινικές μελέτες έχουν δείξει ότι η χρήση ορλιστάτης, σε συνδυασμό με υποθερμιδική δίαιτα, οδηγεί σε σημαντικά μεγαλύτερη μείωση του σωματικού βάρους σε σύγκριση με τη δίαιτα μόνο, ενώ παράλληλα βελτιώνει παραμέτρους όπως η αρτηριακή πίεση και το λιπιδαιμικό προφίλ.Κλινικές ενδείξεις και κριτήρια bmi
Το φάρμακο ενδείκνυται για τη θεραπεία παχύσαρκων ασθενών με δείκτη μάζας σώματος (BMI) ίσο ή μεγαλύτερο από 30 kg/m², ή υπέρβαρων ασθενών (BMI ≥ 28 kg/m²) που παρουσιάζουν σχετιζόμενους παράγοντες κινδύνου, όπως διαβήτη τύπου 2, υπερλιπιδαιμία ή υπέρταση. Η θεραπεία πρέπει να διακόπτεται εάν ο ασθενής δεν απωλέσει τουλάχιστον το 5% του σωματικού βάρους του μετά από 12 εβδομάδες φαρμακευτικής αγωγής.Φαρμακοκινητική: ελάχιστη συστηματική απορρόφηση
Ένα σημαντικό πλεονέκτημα του Orlistat είναι η ελάχιστη συστηματική του απορρόφηση. Μελέτες δείχνουν ότι τα επίπεδα της αμετάβλητης ορλιστάτης στο πλάσμα είναι μη ανιχνεύσιμα μετά τη χορήγηση θεραπευτικών δόσεων. Το φάρμακο μεταβολίζεται κυρίως εντός του γαστρεντερικού τοιχώματος και απεκκρίνεται σχεδόν πλήρως (περίπου 97%) μέσω των κοπράνων, εκ των οποίων το 83% ως αμετάβλητη ουσία. Αυτό το προφίλ μειώνει τον κίνδυνο συστηματικών παρενεργειών που σχετίζονται με άλλα φάρμακα κατά της παχυσαρκίας.Πρωτόκολλο δοσολογίας και οδηγίες χορήγησης
Η συνιστώμενη δόση για ενήλικες είναι μία κάψουλα των 120 mg, η οποία λαμβάνεται με νερό αμέσως πριν, κατά τη διάρκεια ή έως και μία ώρα μετά από κάθε κύριο γεύμα. Εάν ένα γεύμα παραλειφθεί ή δεν περιέχει λίπος, η δόση του Orlistat πρέπει να παραλειφθεί, καθώς το φάρμακο δεν έχει δράση απουσία διατροφικού λίπους. Δεν συνιστάται η αύξηση της δόσης πέραν των 120 mg τρεις φορές την ημέρα, καθώς δεν έχει αποδειχθεί ότι προσφέρει επιπλέον όφελος.| Περιεκτικότητα λίπους γεύματος | Οδηγία χορήγησης |
|---|---|
| Γεύμα χωρίς λίπος | Παράλειψη δόσης |
| Κανονικό γεύμα (έως 30% λίπος) | Λήψη 1 κάψουλας |
| Γεύμα πολύ πλούσιο σε λίπος | Λήψη 1 κάψουλας (αυξημένος κίνδυνος παρενεργειών) |